Σεξ με σώμα και ψυχή

Η υπόθεση της μονογαμίας έχει απασχολήσει και μελετηθεί στο παρελθόν αλλά ακόμη αποτελεί αντικείμενο έρευνας και προβληματισμού τόσο από κοινωνιολογικής, ανθρωπολογικής και ιστορικής πλευράς όσο και γενετικής και εξελικτικής αλλά και θρησκευτικής . Το θέμα λοιπόν εξακολουθεί να έχει αμείωτο ενδιαφέρον ενώ φαίνεται πως είναι πολυεπίπεδο και περίπλοκο.

Πως να μην είναι άλλωστε εφόσον ο ίδιος ο άνθρωπος είναι πολύπλοκος και περίπλοκος λόγω αυτού του ιδιαίτερου συνδυασμού που είναι υποχρεωμένος από κληρονομιάς να υπο-φέρει: του ζωώδους και του λογικού, του ενστίκτου και του συναισθήματος, της ύλης και του άυλου. Αυτή του η ιδιαιτερότητα όπως αναλύει και ο Φρόιντ στο κείμενό του “Πολιτισμός, πηγή δυστυχίας” αποτελεί πηγή πολλών εσωτερικών αντιφάσεων και συγκρούσεων που διαμορφώνουν τις σύγχρονες νευρώσεις.

Οι γενετιστές είναι σαφείς και ξεκάθαροι λέγοντας πως ο άνθρωπος είναι πολυγαμικό πλάσμα κι αυτό συμβαίνει γιατί η βιολογική μελέτη αποδεικνύει ότι η φύση αναζητά την προαγωγή και την διαιώνιση των γονιδίων. Ενστικτωδώς λοιπόν η σεξουαλική κατεύθυνση είναι πολυγαμική. Η κοινωνιολογία και η ανθρωπολογία συμπληρώνουν πως προκειμένου να συστηθούν κοινωνικοί δεσμοί και να διασφαλιστεί το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, αναπτύχθηκε και ευνοήθηκε η μονογαμία ως κοινωνικός θεσμός.

Σε ότι αφορά την ψυχολογία οι έρευνες δείχνουν πως η αναλογία ευτυχίας ανάμεσα στους μεν και τους δε είναι μάλλον η ίδια, δηλαδή αντίστοιχα ευτυχείς είναι οι πολυγαμικοί όπως και οι μονογαμικοί . Η ποικιλία συντρόφων προσφέρει τη δυνατότητα να αποκτήσει κανείς εμπειρία όπως και να ανακαλύψει και να ξεδιπλώσει διαφορετικές πτυχές του εαυτού του καθώς κάθε σύντροφος ξυπνά διαφορετικά κομμάτια και συναισθήματα. Η επιλογή του ενός απ’ την άλλη προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια και κυρίως συναισθηματική κάλυψη ενώ συνήθως σ’ ένα λειτουργικό ζευγάρι προσφέρει πολυεπίπεδη επικοινωνία συνδυάζοντας το σωματικό, το διανοητικό και το ψυχικό επίπεδο.

Όλα αυτά βέβαια έχουν να κάνουν με διάφορους άλλους παράγοντες, όπως η ηλικία, τα προσωπικά βιώματα, τα μοντέλα συντροφικότητας που έχει ενδοβάλλει ο καθένας από την οικογένειά του όπως και η ψυχοσυναισθηματική του ωριμότητα δηλαδή οι προσωπικές ανάγκες και αναζητήσεις ανάλογα με τις φάσεις της ζωής του.

Αναμφίβολα το σεξ είναι μια πράξη η οποία, όπως άλλωστε όλες οι ανθρώπινες πράξεις, έχει κάποιο νόημα εφόσον δεν είμαστε μόνο σάρκα αλλά και νους. Πολύ περισσότερο η συγκεκριμένη που περιλαμβάνει και αφορά ένα μέρος του εαυτού πολύ ιδιαίτερο, το σώμα και μάλιστα στις πιο ιδιωτικές του διαστάσεις. Ο τρόπος λοιπόν που το διαθέτει κανείς δείχνει και τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται είτε σαν κομμάτι σάρκας αποκομμένο από τα συναισθήματά του, είτε ‘εργαλείο’ των αναγκών του, είτε ως ουσιώδες κομμάτι της ύπαρξή του.

Η εμπειρία έχει δείξει πως το σεξ για άλλους συνδέεται με την συντροφικότητα ενώ για άλλους όχι. Για κάποιους η σεξουαλική πράξη είναι κυρίως σωματική ανάγκη επομένως μπορούν να διατηρούν μια σταθερή σχέση ή ένα γάμο ενώ παράλληλα να έχουν σεξουαλική δραστηριότητα και με άλλα άτομα χωρίς συναισθηματική εμπλοκή. Για άλλους πάλι, το σεξ είναι δεν παρά μια σωματική έκφραση των συναισθημάτων όποια κι αν είναι αυτά δηλαδή αγάπης, έρωτα, επιθυμίας αλλά και ανασφάλειας, επιβεβαίωσης, φόβου, μοναξιάς. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι για τους οποίους η σεξουαλική συνεύρεση αντιπροσωπεύει την πιο ολοκληρωμένη μορφή επικοινωνίας με τον άλλο, εμπεριέχοντας την συναισθηματική δόνηση, τη διανοητική ανταλλαγή και τη σωματική λαχτάρα να διοχετευτούν όλα αυτά και να αλληλεπιδράσουν.

Η αλήθεια είναι βέβαια πως η τελευταία κατηγορία είναι πιο σπάνια αλλά και η πλέον ουσιαστική εφόσον είναι και η πιο ολοκληρωμένη. Όπως θα έπρεπε να γινόμαστε οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουμε, δηλαδή να βαδίζουμε προς την ολοκλήρωση στο βαθμό που μπορεί να φτάσει ο καθένας. Το να ζει κανείς κατακερματισμένα είναι λογικό κι αναμενόμενο σε νεαρές και εφηβικές ηλικίες εφόσον δεν έχει αποκτήσει ακόμη την εμπειρία, την διανοητική ικανότητα και την ψυχική ωριμότητα να γνωρίζει και να συνθέτει τα κομμάτια του εαυτού του. Είναι φυσικό λοιπόν να αναζητά την σεξουαλική του ταυτότητα μέσα από τους άλλους. Ο κάθε “άλλος” ξυπνά μια διαφορετική πλευρά του εαυτού κι αυτό είναι αναγκαίο ώσπου να καταλήξει κανείς στην αυτογνωσία.

Τελικά, σεξουαλική ταυτότητα δεν είναι παρά η ταυτότητα που αποκτούμε από την συναναστροφή μας με τους άλλους σε συνδυασμό με τις προσωπικές μας επεξεργασίες, ζυγίζοντας και εξισορροπώντας τα ένστικτα με τον πνευματισμό και τον πολιτισμό μας.


Τελικά οι άντρες κλαίνε;

Είναι κοινό μυστικό πως στα γραφεία των ψυχολόγων καταφεύγουν συνήθως γυναίκες και μάλιστα σε συντριπτική πλειοψηφία. Άλλωστε και πατροπαράδοτα, στις γυναίκες έχει αποδοθεί το δικαίωμα αλλά και το προνόμιο της συναισθηματικής ευαισθησίας. Ο άντρας κουβαλάει το φορτίο της ψύχραιμης λογικής και της οικονομικής υποχρέωσης. Ακόμη και σήμερα το κοινωνικό μοντέλο επιβάλλει να είναι οικονομικά ανεξάρτητος, επαγγελματικά πετυχημένος και συναισθηματικά αποστασιοποιημένος.

Αυτό το στερεότυπο έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια μεγάλη σύγχυση γύρω από το τι σημαίνει ‘άντρας’ και από ποια στοιχεία εν τέλει διαμορφώνεται η ανδρική ταυτότητα. Τι γίνεται όταν ένας άντρας συνειδητοποιεί πως είναι συναισθηματικά ευαίσθητος και κατα περιόδους ευάλωτος; Όταν βιώνει επαγγελματική αποτυχία, ερωτική απογοήτευση, μοναξιά, φόβο; Μήπως είναι θηλυπρεπής, αδύναμος και δειλός; Μήπως δεν είναι αρκετά Άντρας; Πολύ περισσότερο σε μια εποχή που η βία και η επιθετικότητα κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος η ανδρική ευαισθησία γίνεται παρεξηγήσιμη και πολλές φορές αντικείμενο χλευασμού.

Οι άντρες που θα αναζητήσουν έναν ψυχολόγο συνήθως είναι αμυντικοί, δύσκολα ανοίγονται και συχνά δεν είναι σίγουροι αν ήταν σωστό που έκαναν ένα τέτοιο βήμα. Τις περισσότερες φορές, πρόκειται για ανθρώπους αρκετά κλειστούς που δεν συνηθίζουν να ανοίγουν και να μοιράζονται τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Ακόμη κι εκείνοι που στη ζωή τους είναι πιο κοινωνικοί, περιορίζονται στο να μιλούν κυρίως για τεχνικά κι επαγγελματικά θέματα αλλά σχεδόν ποτέ για συναισθηματικά. Στις παρέες και στις φιλίες μιλούν μόνο γι’ αυτά που κάνουν ή θέλουν να κάνουν αλλά όχι γι’ αυτά που νιώθουν. Αν και οι φιλίες τους αποδεικνύονται ανθεκτικές στο χρόνο, σπανίως συζητιούνται θέματα συναισθηματικής φύσης.

Συνήθως αυτά υπονοούνται ή θίγονται ακροθιγώς. Αντιθέτως, είναι μάλλον πιο εύκολο να αποκαλύψουν τις πιο ευαίσθητες αποχρώσεις τους σε γυναίκες φίλες με την προϋπόθεση ότι δεν είναι η σύντροφός τους ή ότι δεν πρόκειται να γίνει.

Ο τρόπος που μεγαλώνουν τα αγόρια στην ελληνική κοινωνία εμπεριέχει κενά και αναπόφευκτη σύγχυση. Η ανατροφή των παιδιών κι εν προκειμένω των αγοριών, αποδίδεται κυρίως έως και αποκλειστικά στη μητέρα ενώ ο πατέρας διατηρεί την υψηλή εποπτεία. Το μοντέλο του πατέρα που λείπει πολλές ώρες λόγω εργασίας κι όταν επιστρέφει στο σπίτι ξεκουράζεται ή ασχολείται με τις τεχνικές ανάγκες του σπιτιού, τον έβγαλε ουσιαστικά εκτός της οικογενειακής ομάδας. Έτσι λοιπόν το αγόρι στην αναζήτηση του πατέρα ως μοντέλο ταύτισης συναντά μια παρουσία κενή συναισθημάτων, επιθυμητή μεν αποστασιοποιημένη δε εφόσον στην ουσία δεν μοιράζεται το συναισθηματικό του κόσμο δηλαδή τις σκέψεις, τις ανησυχίες, τους φόβους, τις φιλοδοξίες και πολλά άλλα με τον πατέρα του.

Για ένα αγόρι ο πατέρας είναι κορυφαία μορφή, αναγκαίο πρότυπο και βάση διαμόρφωσης της δικής του ταυτότητας. Όταν ένας πατέρας δεν επικοινωνεί ουσιαστικά με το γιό του, είναι πολύ επικριτικός και αυστηρός, ή πολύ ελαστικός έως και αδιάφορος, είναι κατα βάση απών. Αυτό θα δημιουργήσει δυσαναπλήρωτο κενό στο νεαρό αγόρι που έτσι μαθαίνει να αφήνει μετέωρα τα συναισθήματά του ή να τα καταπνίγει όσο μπορεί. Συνεπώς θα οδηγηθεί στο να μην γνωρίζει ποια είναι αυτά και κυρίως πως να τα διαχειρίζεται. Ζει μαζί τους σ’ ένα παράλληλο σύμπαν σαν να μην έχει επαφή.

Συχνά εκεί θα συναντήσει κανείς την πηγή των καταχρήσεων, της παραβατικότητας και της κατάθλιψης γιατί φυσικά και οι άντρες έχουν ισχυρά συναισθήματα, πληγώνονται, ντρέπονται, απογοητεύονται, απελπίζονται αλλά δεν το δείχνουν και κυρίως δεν το συζητούν. Έτσι έμαθαν από τους δικούς τους πατεράδες οι οποίοι έμαθαν το ίδιο από τους δικούς τους : να απουσιάζουν από τη ζωή τους απασχολούμενοι με άλλα πράγματα όπως η επαγγελματική καταξίωση, η οικονομική ευθύνη και άλλα, υποδεικνύοντας τη απο-φυγή ως λύση. Μόνο που αποφεύγοντας τα θέματα που μας στεναχωρούν και μας δυσκολεύουν όχι μόνο δεν τα εξαφανίζουμε όπως ίσως πιστεύουμε αλλά αντιθέτως τα αφήνουμε να λειτουργούν εν αγνοία μας με ανεξέλεγκτες συνέπειες.

Μια θετική αλλαγή που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια ανάμεσα σε όσα δύσκολα ζούμε όλοι μας, κι ίσως εξαιτίας αυτού, είναι πως όλο και περισσότερο, κυρίως οι νέοι πατεράδες, πλησιάζουν τα παιδιά τους με μεγαλύτερη ευαισθησία και περισσότερη εγγύτητα. Αρκετοί είναι εκείνοι που απεγκλωβίζονται από τα συμπλέγματα του παρελθόντος και την ενοχή που σκίαζε την αντρική ευαισθησία. Με πολύ θάρρος και βαθύ σκεπτικισμό συνομιλούν και συμπαρίστανται στους γιους τους με τον ιδιαίτερο αυτό τρόπο που χαρακτηρίζει την ανδρική επικοινωνία. Και η αλήθεια είναι πως μόνο κερδισμένοι είναι εκείνοι που έχουν την τύχη να ζήσουν μια τέτοια σχέση.


Αυτόματος πιλότος, η σιωπηρή απειλή του γάμου

Τα τελευταία χρόνια η αύξηση των διαζυγίων είναι εντυπωσιακή και μάλιστα σε μια χώρα που ο θεσμός της οικογένειας είχε και έχει πολύ σημαντική θέση στις αντιλήψεις των ανθρώπων. Η οικογένεια περνάει σε πρωτόγνωρες αλλαγές για τα ελληνικά δεδομένα κι όλη αυτή η αλλαγή μας βρίσκει μάλλον απροετοίμαστους και σχετικά έκπληκτους.

Παρά τα βιαστικά συμπεράσματα ότι τα ζευγάρια στις μέρες μας χωρίζουν με το πάρα μικρό η αλήθεια είναι πως τα περισσότερα χρειάζονται κάμποσα χρόνια μέχρι να πάρουν την απόφαση αυτή και μερικά χρόνια ακόμη για να συνηθίσουν τη νέα κατάσταση. Στην περίπτωση που υπάρχουν παιδιά η απόφαση είναι σαφώς δυσκολότερη και πιο περίπλοκη, τόσο που άλλες φορές καθυστερεί να παρθεί ενώ άλλες αναβάλλεται επ’ αόριστον για χάρη των παιδιών.

Σίγουρα δεν είναι εύκολο για κανένα να αποφασίσει να δώσει τέλος σε μια συνθήκη που υποτίθεται πως είναι για πάντα. Κοινώς, κανείς δεν παντρεύεται για να χωρίσει. Φτάνοντας όμως εκεί, ανάμεσα σε άλλα έχει να αντιμετωπίσει και την κοινωνικά εγκατεστημένη εικόνα της «ακίνητης» οικογένειας που κουβαλάει από τους γονείς του και τον κοινωνικό περίγυρο. Πολύ περισσότερο αν έχουν αποκτηθεί παιδιά, αυτή η ακίνητη εικόνα ισχυροποιείται στο μέγιστο. Ανεξαρτήτως της ποιότητας των σχέσεων κι εν τέλει της καθημερινότητας των μελών, κατά την κοινωνική επιταγή, κανείς δεν πρέπει να κουνηθεί από την οικογενειακή φωτογραφία, απεναντίας πρέπει να παραμείνει εκεί ακίνητος και χαμογελαστός παριστάνοντας τον/την πετυχημένο σύζυγο και γονιό.

Μόνο που η ζωή δεν είναι φωτογραφία, ούτε οι σχέσεις ούτε κι ο γάμος είναι άλλωστε. Είναι δυναμική, υπόκειται σε συνεχείς αλλαγές, ανατρεπτική και γεμάτη προκλήσεις . Όποιος θεωρεί ότι αρκεί να βρει έναν/μια σύζυγο να κάνει παιδιά για να λύσει τα προβλήματά του, είναι σίγουρα σε λάθος δρόμο. Η επιλογή του «αυτόματου πιλότου» είναι ο χειρότερος σύμβουλος ενός γάμου και μιας σχέσης γενικότερα. Γάμος και οικογένεια δεν σημαίνουν «βολεύομαι», «έδεσα το γάιδαρό μου», «άραξα» όπως οι περισσότεροι έχουν εισπράξει από τις πατρικές οικογένειές τους. Αντιθέτως, το να δεσμεύομαι με κάποιον άλλο σ’ έναν γάμο ή με άλλους κάνοντας παιδιά, με βάζει σε δημιουργική εγρήγορση, με βγάζει από το ατομικό και με βάζει στο ομαδικό. Πολλαπλασιάζει τα ενδιαφέροντά μου ενώ παράλληλα μειώνει, μαλακώνει τα άγχη μου. Αυτό θα πει μοιράζομαι και είναι αναπόσπαστο στοιχείο των σχέσεων.

Εκτός από τις περιπτώσεις που ζευγάρια οδηγούνται στο χωρισμό λόγω έντονων συγκρούσεων, πολλά είναι εκείνα που καταλήγουν εκεί επειδή δεν έχουν αντιληφθεί την έννοια του μοιράσματος, της συν-μετοχής και της συν-αίσθησης. Πιστεύουν πως η συν-βίωση στηρίζεται στο να χωρίζουν ατομικά τις δουλειές και τις ευθύνες και μετά να αφήνουν ήσυχο ο ένας τον άλλο. Αυτή η θεώρηση μπορεί να μην έχει εντάσεις αλλά δεν έχει και επικοινωνία. Η σχέση μετατρέπεται σε διεκπεραίωση υποχρεώσεων, τόσο που ακόμη και η διασκέδαση και η απόλαυση παίρνουν τέτοιο χαρακτήρα όπως σεξ με πρόγραμμα, έξοδος κάθε Πέμπτη, ταξίδι στο τριήμερο κλπ. Η κρίση των τελευταίων χρόνων έχει συμβάλλει καθοριστικά καθώς η οικονομική τακτοποίηση χρησιμοποιείται σαν άλλοθι έναντι των συναισθηματικών απαιτήσεων που εμπεριέχει μια σχέση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την συναισθηματική απομάκρυνση, τον μαρασμό και την σταδιακή φθορά της σχέσης.

Η θεωρία του «αυτόματου πιλότου» έχει καταρρεύσει εδώ και χρόνια και καλά θα κάνουμε να το αντιληφθούμε σε βάθος αν θέλουμε να κρατήσουμε στη ζωή μας σχέσεις ουσίας και διάρκειας. Αυτό σημαίνει πως οι καλές προθέσεις δεν αρκούν και οι στατικές αντιλήψεις χρειάζονται αναθεώρηση. Απαιτείται συνεχής προσπάθεια και καλλιέργεια των θετικών συστατικών αλλά και προβληματισμό και επανόρθωση των αρνητικών. Όπως ένα καλό χωράφι για να αποδώσει τον ποιοτικό καρπό δεν φτάνει μόνο η σπορά αλλά χρειάζεται κι η φροντίδα, το πότισμα, το ξεχορτάριασμα, να απομακρύνονται τα ζιζάνια και πολλά άλλα έτσι και στο γάμο η καλή πρόθεση και η αγάπη χρειάζονται διαρκή καλλιέργεια, επικοινωνία και κοινή προσπάθεια για να αποδώσουν ποιότητα στην καθημερινότητα και αντοχή στο χρόνο.


Κραυγή βοήθειας - Κρίση Πανικού

«Υποφέρω χρόνια από κρίσεις πανικού. Τα περασμένα Χριστούγεννα βρέθηκα στα επείγοντα, ήταν κι άλλοι εκεί σαν κι εμένα. Μια νοσοκόμα αναγνώρισε αμέσως τα συμπτώματα, «δεν έχεις τίποτα μου είπε, κρίση πανικού είναι», το επιβεβαίωσαν οι εξετάσεις κι οι γιατροί αργότερα. Εντάξει λοιπόν, την πήραμε τη διάγνωση και τώρα τι; αγχολυτικά ή αντικαταθλιπτικά ή και τα δύο; για πόσο καιρό; Πρέπει να κάνω και ψυχοθεραπεία; Μα τι μου συμβαίνει, μήπως τρελαίνομαι, δεν ήμουν έτσι εγώ.

Σωστά. Δεν ήμουν έτσι, δεν ζητούσα βοήθεια ή δεν τη ζητούσα από τους κατάλληλους ανθρώπους. Απέφευγα τα θέματα, τα κατάπινα και τα σκέπαζα με άλλες σκέψεις κι έκανα πως δεν υπάρχουν. Αν δεν τα σκέφτεσαι, τα εξαφανίζεις , νόμιζα κι όχι μόνο νόμιζα, το πίστευα κιόλας! Αν δεν πάθαινα τις κρίσεις δεν θα ζητούσα ποτέ βοήθεια κι ας την είχα τόσο πολύ ανάγκη, όπως κατάλαβα αργότερα. Γιατί όσο εγώ δεν σκεφτόμουν, δεν εξαφάνιζα τα θέματα μου αλλά αντίθετα τα έχωνα σε πρόσφορο έδαφος κι αυτά μεγάλωναν και θέριευαν εν αγνοία μου. Μέχρι που δεν είχαν άλλο χώρο και ξεχείλισαν και τότε ήρθε η πρώτη κρίση. Νόμιζα πως θα πεθάνω, ταχυπαλμία, ζεσταινόμουν και κρύωνα μαζί, ζαλιζόμουν, αδύνατο να με συγκρατήσω και βάλω τις σκέψεις μου σε σειρά. Ταράχτηκα αλλά γρήγορα το τακτοποίησα κι αυτό μαζί με τα άλλα που «έθαβα». Δεν ήταν τίποτα, μάλλον κάποια ίωση ή κάτι που έφαγα θα με πείραξε.

Ύστερα ήρθε η δεύτερη κρίση κι όπως είναι φυσικό ακολούθησαν κι άλλες. Δεν μπορούσα πια να κρύβομαι και να αποφεύγω, έπρεπε πια να αντιμετωπίσω. Κι αυτό έκανα, ξεκίνησα δουλειά με τον εαυτό μου, αποφάσισα να με γνωρίσω καλύτερα, να με ακούω περισσότερο και να με φροντίζω ουσιαστικά. Δεν έχω λύσει όλα μου τα προβλήματα αλλά οι κρίσεις πανικού σταμάτησαν».

Συχνά οι κρίσεις πανικού εμφανίζονται χωρίς προειδοποίηση και σε περιόδους υπεράνω πάσης υποψίας, δηλαδή κατά τη διάρκεια διακοπών ή σε φάσεις ζωής που δεν συμβαίνει τίποτα ιδιαίτερα στρεσσογόνο. Εμφανίζεται σαν κεραυνός εν αιθρία γι’ αυτό και προξενεί τόσο μεγάλη αναστάτωση, έκπληξη και απορία. Αυτό συμβαίνει, γιατί τις περισσότερες φορές, όταν αντιμετωπίζουμε κάτι έντονο ή δύσκολο, όλη μας η ενέργεια και η προσοχή είναι συγκεντρωμένη στην προσπάθεια να ανταπεξέλθουμε ψυχικά, σωματικά ή και τα δύο. Όταν όμως παρέλθει η δυσκολία ή έστω μειωθεί η έντασή της, αυτό αρκεί για να εκδηλωθούν οι υποσυνείδητες διεργασίες γύρω από το ζήτημα. Αυτές μπορεί να είναι φόβοι, κρυμμένες επιθυμίες ή σοβαρές διαπιστώσεις που μας ταράζουν και δεν θέλουμε με τίποτα να παραδεχτούμε.

Σε κάθε περίπτωση, η κρίση πανικού είναι μια αγωνιώδης προσπάθεια του υποσυνειδήτου να αποκαλύψει και να επικοινωνήσει στη συνείδηση υπαρκτά θέματα και συναισθήματα που αποφεύγουμε, απωθούμε, αρνούμαστε και διαψεύδουμε. Η διαδρομή εξόδου δεν είναι απαραίτητα δύσκολη, ούτε οπωσδήποτε χρονοβόρα, ωστόσο τις περισσότερες φορές χρειάζεται να πάρουμε βοήθεια από κάποιον ειδικό για να βρούμε μαζί τα σωστά πατήματα. Να νιώσουμε μεγαλύτερη ασφάλεια και να πάρουμε την ανάλογη καθοδήγηση και υποστήριξη. Άλλωστε η κρίση έρχεται αναζητώντας κάτι θετικό, «την ανακούφιση και την χαμένη ισορροπία».


Αιχμάλωτοι της τελειότητας

Μαλλιά πλούσια και στιλπνά, νύχια άψογα σχηματισμένα, σώμα αψεγάδιαστο, πρόσωπο ατσαλάκωτο, ψυχή τσακισμένη … εμπρός φύγαμε για την επιτυχία της μοναξιάς και του κενού.

Άντρες και γυναίκες επιδιώκουμε την προβολή του εξωτερικού εαυτού μας σαν να είναι η εγγύηση της ευτυχίας μας. Πόσα κομπλιμέντα θα πάρουμε, πόσοι πρόσεξαν ότι αδυνάτισα, πόσα like, καρδούλες και άλλα φτωχά σύμβολα στο κινητό.

Πετύχαμε να γίνουμε άρτιες εικόνες και παραλείψαμε το κείμενο. Στην προσπάθεια να γίνουμε τέλειοι ξεχάσαμε πως να γίνουμε άνθρωποι και περνάμε την αυτοπεποίθηση, την αναγνώριση και την αυτοπραγμάτωση μέσα από την κολακεία. Η φροντίδα και η περιποίηση αντικαταστάθηκαν από την εμμονή του καλλωπισμού.

Πολλές οι διαφημίσεις βλέπεις, τέλειων καλογυμνασμένων σωμάτων σε κάθε ηλικία ακόμη και λίγες μόλις μέρες μετά τον τοκετό. Άνδρες με γραμμωμένους κοιλιακούς, κατάλευκα δόντια, πυκνά μαλλιά, ακριβά ρολόγια και στενά κοστούμια. Κι όλοι τέλειοι σε κάθε ρόλο: επαγγελματίες, σύντροφοι, εραστές, γονείς, σύζυγοι και φίλοι.

Είναι άραγε τόσο λάθος να αλλάζει ένα σώμα στο πέρασμα του χρόνου ή μετά από μια εγκυμοσύνη; Είναι τόσο πρόβλημα αν πήρα μερικά κιλά, αν έχω ρυτίδες, αν δεν έχω πολλά χρήματα; Αν δεν έχω σχέση ή παιδιά; Κι αν ναι, τι είδους πρόβλημα είναι αυτό, ποιόν αφορά και ποιόν επηρεάζει;

Φαίνεται πως σε κάθε φάση της ζωής μας πρέπει απολογούμαστε, να λογοδοτούμε ή να κρύβουμε ότι μας κάνει να διαφέρουμε και να υστερούμε από την εκάστοτε επικρατούσα εικόνα. Πρώτα στην επικριτική και αγχώδη μαμά ή τον μπαμπά ή και τους δυο, γιατί δεν είμαστε το ιδανικό παιδί δηλαδή το παιδί που φαντάζονταν, δεν ήμασταν αρκετά έξυπνοι, όμορφοι, αδύνατοι, κοινωνικοί, ευχάριστοι… τελικά δεν υπήρξαμε ποτέ αρκετά αντάξιοι των προσδοκιών τους.

Αυτή λοιπόν την εντύπωση μεταφέρουμε αργότερα και στην ενήλικη ζωή μας: δεν είμαστε αρκετά καλοί στις σπουδές, στη δουλειά, στη σχέση στην οικογένεια, στην παρέα. Συνεπώς όπως όταν ήμασταν παιδιά, αντικαθιστούμε τον επικριτικό γονέα με τα κοινωνικά πρότυπα. Όπως αγνοήθηκε κάποτε η ταυτότητά μας και υπερεκτιμήθηκε η εικόνα μας έτσι και σήμερα την αγνοούμε πια εμείς οι ίδιοι και επιμένουμε στην εμφάνιση. Πρέπει να ανταποκριθούμε στις δεδομένες προδιαγραφές για να γίνουμε αποδεκτοί και κατα συνέπεια ευτυχισμένοι.

Γιατί όμως δεν συμβαίνει αυτό; Γιατί βιώνουμε τόση θλίψη και εσωτερικό κενό; Κάτι πάει στραβά στη συνταγή… Λείπει το περιεχόμενο του πακέτου, ο καλλωπισμός εκ των έσω που τον δίνει η ανεμπόδιστη αποδοχή και η απερίφραστη αγάπη χωρίς ηθικά ή άλλα ανταλλάγματα. Η αγάπη δεν ζητά τελειότητα, δεν ενδιαφέρεται καν γι’ αυτήν. Τουναντίον εμπεριέχει την ατέλεια, αγκαλιάζει το ελάττωμα, αποδέχεται την έλλειψη.

Αν δεν μ’ έμαθαν οι δικοί μου να αγαπώ έτσι τον εαυτό μου, ας δοκιμάσω εγώ να με μάθω. Ας μάθω να με αποδέχομαι χωρίς προδιαγραφές και να προσπαθώ να βελτιώνω ότι με ενοχλεί και με βλάπτει όχι για να αρέσω σε κάποιον άλλο αλλά για να αρέσω σ’ εμένα. Κι ας μην αγγίζω την τελειότητα, αρκεί να φτάνω στην ελευθερία να είμαι απλά εγώ.


Τεχνική σύμβουλος δικαστικής πραγματογνωμοσύνης

Μεγάλο τμήμα της πολυετούς εμπειρίας, της εργασίας καθώς και των ενδιαφερόντων της κλινικής ψυχολόγου Γκεβέζου Κλεονίκης στον τομέα της ψυχολογίας, αφορά στα πεδία του Οικογενειακού Δικαίου, της κακοποίησης, της ψυχοπαθολογίας παιδιών και ενηλίκων , της κακοποίησης παιδιών, των ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων και της προετοιμασίας μαρτύρων.

Οι τεχνικοί σύμβουλοι και οι δικαστικοί πραγματογνώμονες δεν ερμηνεύουν και δεν εφαρμόζουν τον νόμο.
Μετά απο συγκεκριμένη μεταπτυχιακή εκπαίδευση, κατάρτηση και πιστοποίηση, αναφέρονται με έκθεση – γνωμάτευση σε σαφή και αποδεικτικά τεκμηριωμένα γεγονότα μετά απο ψυχολογική κλινική εξέταση.

Η γνώση, η εμπειρία, οι δεξιότητες, η εκπαίδευση και η πιστοποίηση καθιστούν την τεχνική σύμβουλο, ικανή να εκδώσει και να καταθέσει δικαστικές πραγματογνωμοσύνες στον τομέα της ψυχολογίας όπου ανήκει.

Μπορεί να εξετάσει μέσα απο κλινικές συνεδρίες ένα παιδί για κακοποίηση, για ψυχολογικά τραύματα διαζυγίου, ψυχοπαθολογία παιδιών, εφήβων, ανηλίκων και ενηλίκων, αδικήματα φύλου, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οικογενειακό Δίκαιο και να γνωματεύσει εφ όσον ζητηθεί.

Η κλινική ψυχολόγος φέρει επιδεξιότητα, εμπειρία στην διαδικασία και στην μεθοδολογία της ψυχολογικής αξιολόγησης.


Ψυχανάλυση

Η ψυχανάλυση είναι κλάδος της Ψυχολογίας. Εστιάζει στην ψυχική μελέτη του ατόμου. Τα ερεθίσματα – μηνύματα προέρχονται απο την παιδική ηλικία και την μετέπειτα ζωή του ατόμου. Η ψυχανάλυση εσφαλμένα ταυτίστηκε με την ψυχοθεραπεία.

Ετυμολογικά αναφερόμαστε στην ανάλυση της ψυχής. Δηλαδή στην ελεύθερη, λογική, συνειρμική έκθεση σκέψεων, ιδεών, λόγων, φόβων, προσδοκιών, αισθημάτων, ονείρων, κρίσεων, συνειδητών και ασυνείδητων αντιστάσεων, αποφάσεων που σχετίζονται και αφορούν στον αναλυόμενο.

Η πολύτιμη αυτή συγκέντρωση υλικού, κατανοείται και συνειδητοποιείται το βαθύτερο συναισθηματικό υπόβαθρο, τα συμπεριφορικά κίνητρα του υποκειμένου. Καταληκτικά είναι η ανάλυση της ζωής του ατόμου, η οποία είναι λεπτομερής και ενδελεχής. Η εξήγηση, κατανόηση και συνειδητοποίηση επιφέρει αυτομάτως την λύση. Η πλήρης γνώση και κατανόηση του εαυτού μας έρχεται μέσω της ψυχανάλυσης.

Η ψυχανάλυση είναι μια μέθοδος ψυχοθεραπείας. Είναι μια διαδικασία χρονοβόρα.

Η ψυχοθεραπεία ετυμολογικά δίνει την έννοια του όρου. Πρόκειται για θεραπευτική παρέμβαση στην ψυχή μας. Είναι διαδικασία πολύ πιο σύντομη και αφορά στην θεραπεία συγκεκριμένων προβλημάτων του θεραπευομένου.


Παιδοψυχολογία

H παιδοψυχολογία είναι κλάδος της Ψυχολογίας.

Ερευνά και εξετάζει την παιδική νόηση και συμπεριφορά. Αφορά σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα το οποίο εκτείνεται απο την πρώϊμη παιδική ηλικία έως και την εφηβεία.

Η Παιδοψυχολογία εξετάζει στην:

  • νοητική
  • συναισθηματική
  • κοινωνική
  • γενετική
  • γλωσσική
  • προσωπικότητος
  • δια-φυλική
  • γνωστική και
  • συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών.

 

Η έμπειρη κλινική παιδοψυχολόγος εστιάζει και στοχεύει όχι μόνο στην ομαλή ανάπτυξη, εξέλιξη και πρόοδο του παιδιού αλλά και στην παθολογία που ενδεχομένως εμφανίζεται κατα τον ρού του βίου.

Η ίδια η επιστήμη της παιδοψυχολογίας, περιλαμβάνει και άλλους κλάδους, με σημαντικότερο αυτόν της ψυχολογία ανάπτυξη (Developmental child psycology). Η εστίαση σε αυτόν τον τομέα της παιδοψυχολογίας, ξεκινά απο την εμβρυακή ηλικία καταλήγοντας στην εφηβική.

Στις διαφορετικές περιόδους της ανάπτυξης ενός παιδιού (έμβρυο, μωρό, νήπιο, παιδί, έφηβος) παρουσιάζει τεράστιες διακυμάνσεις σε ικανότητες, ψυχολογικές, πνευματικές, κοινωνικές ανάγκες, αναζητήσεις, διερευνήσεις. Ξεκινά η ‘‘ανίχνευση’’ της ζωής. Ο παιδοψυχολόγος δεν είναι καθοδηγητής και συμβουλάτορας. Η παρουσία του είναι υποστηρικτική, έτσι ώστε το παιδί μόνο του να διαμορφώσει το κατάλληλο περιβάλλον για σωστή πνευματική, γνωσιακή και συναισθηματική ανάπτυξη. Αυτό θα φέρει την ορθή κρίση, την λήψη σωστών αποφάσεων για την ζωή του και θα δημιουργήσει στιβαρές σχέσεις κοινωνικές ή προσωπικές.

Ένας ακόμη κλάδος της παιδοψυχολογίας με τεράστιο ενδιαφέρον, που καταλαμβάνει όλο και περισσότερο έδαφος είναι αυτός της Παιδικής Ψυχοπαθολογίας.

Ο κλάδος της παιδικής ψυχοπαθολογίας αναφέρεται στις ψυχικές διαταραχές παιδιών και εφήβων. Αυτές περιλαμβάνουν τεράστιο φάσμα παθολογιών:

  • Συμπεριφορική διαταραχή,
  • Ελλειμματική προσοχή (ΔΕΠΥ),
  • Διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή
  • αυτισμός,
  • Νόσος Asperger
  • Σύνδρομο Touret


Ενδοοικογενειακή βία

Στην προσπάθεια να οριστεί η ενδοοικογενειακή βία θα λέγαμε οτι πρόκειται για την χρήση υλικών ή ψυχολογικών δυνάμεων προκειμένου να καμφθεί μια αντίσταση. Υπάρχει σαφής η έννοια του καταναγκασμού μέσα στο όρο. Η ασκούμενη βία αποτελεί το μέσο προς την επίτευξη του σκοπού.

Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί χρόνιο και εξαιρετικά σύνθετο κοινωνικό πρόβλημα. Εμφανίζεται σε όλο τον πλανήτη καθώς και σε όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα.

Στον όρο ενδοοικογενειακή βία περιλαμβάνονται βίαιες, επώδυνες σωματικά και ψυχικά έως και εγκληματικές συμπεριφορές σε βάρος μελών της οικογένειας.

Η ενδοοικογενειακή βία είναι :

  • ψυχολογική, vis compulsiva
  • σωματική, vis absoluta
  • σεξουαλική,
  • λεκτική
  • οικονομική.

Πρόκειται για βίαιες πράξεις που λαμβάνουν χώρα μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας. (άντρας προς γυναίκα, ή/και το αντίστροφο, γονείς προς παιδιά, ή/και το αντίστροφο).

Η ενδοοικογενειακή βία ως κοινωνικό φαινπόμενο, κοινωνική πραγματικότητα, βρίσκεται ενδιαμέσως της σιωπής, της ανοχής και της συγκάλυψης. Βρίσκεται σε αυτή τη θέση ακόμα και όταν οι συμπεριφορές καταλήγουν στο να γίνουν εγκληματικές και ποινικά κεφάλαια.

Η αρχική εντύπωση και στο άκουσμα του όρου της ενδοοικογενειακής βίας έρχεται στο μυαλό μας η εικόνα ενός άνδρα ο οποίος βιαιοπραγεί πάνω στη σύζυγο ή στα παιδιά του. Παρά την δύναμη αυτής της εικόνας η συχνότερη μορφή ενδοοικογενειακής βίας είναι αυτής της ψυχολογικής βίας που εξαντλείται απο την γυναίκα – μητέρα προς τον σύζυγο ή τα παιδιά της. Στατιστικά το μεγαλύτερο μέρος κακοποιηθέντων είναι γυναίκες σε αναλογία 7/3. Αυτό αφορά στην σωματική βία.

Στην ψυχολογική βία το κλάσμα αναστρέφεται υπέρ των ανδρών. Οι γυναίκες δεν χρησιμοποιούν σωματική βία, αλλά ως επι το πλείστον ψυχολογική βία με μεγάλη και συνεχή διάρκεια και ένταση.

Η ενδοοικογενειακή βία λαμβάνει μέρος στα πλαίσια της ιδιωτικότητος ενός σπιτιού, μιάς οικογένειας. Το πρόβλημα προσεγγίζεται παντοτεμέσω πολλών ”οδών”. Κοινωνικά, ηθικά, πολιτιστικά, οικονομικά, πνευματικά, κ.α.

Η ανικανότητα και αδυναμία των θυμάτων για αντίδραση, μαζί με την ”επιθυμία” απόκρυψης της κατάστασης, διαιωνίζει το πρόβλημα, μέχρι που κάποιος θα ανοίξει το στόμα του ή το πρόβλημα θα βγεί στηνεπιφάνεια απο τρίτους ή ακόμη χειρότερα απο τραγικά καταληκτικά γεγονότα (αυτοκτονίες, θάνατοι, βιασμοί).

Κοινός τόπος σε όλα τα παραπάνω είναι η εγκατάσταση ψυχολογικών και όχι μόνο προβλημάτων στα εμπλεκόμενα μέλη.

Το φαινόμενο αυτό της ενδοοικογενειακής βίας είναι αξιρετικά παλιό και χρονολογείται απο 4500 ετών. Ανάγεται δεν στο πατριαρχικό μοντέλο, πατριαρχικό εξουσιαστικό σύστημα, ώς μέσο επικράτησης και επιβολής.

Αρκετές φορές το φαινόμενο της βίας μέσα στην οικογένεια είναι “κρυφό” – ”σκοτεινό”. Αυτό γίνεται για την σωτηρία της ”αγίας οικογένειας και της οικογενειακής συνοχής”.

Ο σκοπός της βίας είναι να υποκατασταθούν τα ”θέλω” του εκβιαζόμενου. Η αρχική του θέληση και επιθυμία υποκαθίσταται – με το καλό ή με το κακό – με τις θελήσεις και τις επιθυμίες του ατόμου που τον εξαναγκάζει. Το άτομο ‘ομως, πάνω στο οποίο ασκείται η βία, πλεον κατευθύνει μόνος του της κινήσεις του, οι οποίες φυσικά είναι σύμφωνες με τις επιθυμίες του εκβιαστή του.

Στην θεραπευτική προσέγγιση των προβλημάτων που προκύπτουν απο την ενδοοικογενειακή βία, η ψυχοθεραπεία και η ύπνωση κάτεχουν εξέχουσα θέση. Στη συνολική λύση του προβλήματος συμβάλλουν, κοινωνικές δομές, πολιτεία, δικαστικές αρχές, προστασία του πολίτη, κ.α.


Ενδοοικογενειακή βία

Στην προσπάθεια να οριστεί η ενδοοικογενειακή βία θα λέγαμε οτι πρόκειται για την χρήση υλικών ή ψυχολογικών δυνάμεων προκειμένου να καμφθεί μια αντίσταση. Υπάρχει σαφής η έννοια του καταναγκασμού μέσα στο όρο. Η ασκούμενη βία αποτελεί το μέσο προς την επίτευξη του σκοπού.

Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί χρόνιο και εξαιρετικά σύνθετο κοινωνικό πρόβλημα. Εμφανίζεται σε όλο τον πλανήτη καθώς και σε όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα.

Στον όρο ενδοοικογενειακή βία περιλαμβάνονται βίαιες, επώδυνες σωματικά και ψυχικά έως και εγκληματικές συμπεριφορές σε βάρος μελών της οικογένειας.

Η ενδοοικογενειακή βία είναι :

  • ψυχολογική, vis compulsiva
  • σωματική, vis absoluta
  • σεξουαλική,
  • λεκτική
  • οικονομική.

Πρόκειται για βίαιες πράξεις που λαμβάνουν χώρα μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας. (άντρας προς γυναίκα, ή/και το αντίστροφο, γονείς προς παιδιά, ή/και το αντίστροφο).

Η ενδοοικογενειακή βία ως κοινωνικό φαινπόμενο, κοινωνική πραγματικότητα, βρίσκεται ενδιαμέσως της σιωπής, της ανοχής και της συγκάλυψης. Βρίσκεται σε αυτή τη θέση ακόμα και όταν οι συμπεριφορές καταλήγουν στο να γίνουν εγκληματικές και ποινικά κεφάλαια.

Η αρχική εντύπωση και στο άκουσμα του όρου της ενδοοικογενειακής βίας έρχεται στο μυαλό μας η εικόνα ενός άνδρα ο οποίος βιαιοπραγεί πάνω στη σύζυγο ή στα παιδιά του. Παρά την δύναμη αυτής της εικόνας η συχνότερη μορφή ενδοοικογενειακής βίας είναι αυτής της ψυχολογικής βίας που εξαντλείται απο την γυναίκα – μητέρα προς τον σύζυγο ή τα παιδιά της. Στατιστικά το μεγαλύτερο μέρος κακοποιηθέντων είναι γυναίκες σε αναλογία 7/3. Αυτό αφορά στην σωματική βία.

Στην ψυχολογική βία το κλάσμα αναστρέφεται υπέρ των ανδρών. Οι γυναίκες δεν χρησιμοποιούν σωματική βία, αλλά ως επι το πλείστον ψυχολογική βία με μεγάλη και συνεχή διάρκεια και ένταση.

Η ενδοοικογενειακή βία λαμβάνει μέρος στα πλαίσια της ιδιωτικότητος ενός σπιτιού, μιάς οικογένειας. Το πρόβλημα προσεγγίζεται παντοτεμέσω πολλών ”οδών”. Κοινωνικά, ηθικά, πολιτιστικά, οικονομικά, πνευματικά, κ.α.

Η ανικανότητα και αδυναμία των θυμάτων για αντίδραση, μαζί με την ”επιθυμία” απόκρυψης της κατάστασης, διαιωνίζει το πρόβλημα, μέχρι που κάποιος θα ανοίξει το στόμα του ή το πρόβλημα θα βγεί στηνεπιφάνεια απο τρίτους ή ακόμη χειρότερα απο τραγικά καταληκτικά γεγονότα (αυτοκτονίες, θάνατοι, βιασμοί).

Κοινός τόπος σε όλα τα παραπάνω είναι η εγκατάσταση ψυχολογικών και όχι μόνο προβλημάτων στα εμπλεκόμενα μέλη.

Το φαινόμενο αυτό της ενδοοικογενειακής βίας είναι αξιρετικά παλιό και χρονολογείται απο 4500 ετών. Ανάγεται δεν στο πατριαρχικό μοντέλο, πατριαρχικό εξουσιαστικό σύστημα, ώς μέσο επικράτησης και επιβολής.

Αρκετές φορές το φαινόμενο της βίας μέσα στην οικογένεια είναι “κρυφό” – ”σκοτεινό”. Αυτό γίνεται για την σωτηρία της ”αγίας οικογένειας και της οικογενειακής συνοχής”.

Ο σκοπός της βίας είναι να υποκατασταθούν τα ”θέλω” του εκβιαζόμενου. Η αρχική του θέληση και επιθυμία υποκαθίσταται – με το καλό ή με το κακό – με τις θελήσεις και τις επιθυμίες του ατόμου που τον εξαναγκάζει. Το άτομο ‘ομως, πάνω στο οποίο ασκείται η βία, πλεον κατευθύνει μόνος του της κινήσεις του, οι οποίες φυσικά είναι σύμφωνες με τις επιθυμίες του εκβιαστή του.

Στην θεραπευτική προσέγγιση των προβλημάτων που προκύπτουν απο την ενδοοικογενειακή βία, η ψυχοθεραπεία και η ύπνωση κάτεχουν εξέχουσα θέση. Στη συνολική λύση του προβλήματος συμβάλλουν, κοινωνικές δομές, πολιτεία, δικαστικές αρχές, προστασία του πολίτη, κ.α.